ΑΜΕΣΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ 3ης ΠΑΡΑΤΑΣΗΣ ή QUO VADIS DOMINE

(9/6/2015 δημοσιεύθηκε TA NEA .gr και Greek News Agency)

Στέλιος Γρηγορίου

Δικηγόρος LLM – Oικονομολόγος

Ι. Η διαπραγμάτευση

To διαπραγματευτικό αδιέξοδο εντείνεται. Ακόμη και επιτυχής κατάληξη των διαπραγματεύσεων , έστω και στην βάση της Πρότασης των 47 σελ. της Ελληνικής πλευράς, εκλαμβάνεται ως ήττα εν σχέσει προς τις πολιτικές προσδοκίες, όπως αυτές εκφράσθηκαν στο εκλογικό αποτέλεσμα και στις προγραμματικές δηλώσεις.

Ο λόγος που καταλήξαμε σε μία κατά την γνώμη μου προδιαγεγραμμένη ήττα είναι πολλαπλοί.

Πρώτιστα, η Ελλάδα διαπραγματεύθηκε με τρόπο που ήταν νομοτελειακά προκαθορισμένο ότι θα ηττηθεί. Η ελλειμματική πολιτική καθοδήγηση της διαπραγματευτικής ομάδας, κύρια λόγω απειρίας της ευρωπαικής διαπραγματευτικής διαδικασίας και των θεσμικών δομών της, αλλάς και λόγω υποτίμησης του θεσμικού πλαισίου και των νομικών περιορισμών που αυτό οριοθετεί. Η μετεξέλιξη της διαπραγμάτευσης σε προσωπική διαχείριση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία επηρρεάσθηκε και χρωματίσθηκε έντονα από την sui generis προσωπικότητά του, η οποία διεθνώς δεν έγινε αποδεκτή ως θεσμική παρουσία, υπό την έννοια του «διαπραγματευτού», όπως ο όρος αυτός έχει διαχρονικά καθιερωθεί στο ευρωπαικό πλαίσιο. Αντίθετα, η παρουσία του και η συμπεριφορά του πυροδότησε συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, τα οποία λειτούργησαν αντίθετα προς τα ελληνικά συμφέροντα. Ακόμη και η θεωρία των παιγνίων λειτούργησε εσφαλμένα, γιατί απομονώθηκε από την γενική πολιτική στρατηγική και δεν εμπεριείχε το στοιχείο του πολιτικού χρόνου, η επιμήκυνση του οποίου εις το διηνεκές λειτουργεί εις βάρος της Ελλάδος, καθόν χρόνον εξαντλούνται τα ταμειακά διαθέσιμα ανεπιστρεπτί και χωρίς πραγματικά πολιτικά αποθέματα για την αντιμετώπιση της.  

Η έλλειψη πολιτικού ρεαλισμού να αξιολογηθεί ότι οι καυτοί μήνες του Μαίου/Ιουνίου και Ιουλίου από άποψη αποπληρωμής των δόσεων προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ επέκειντο και έπρεπε να λυθεί αρχικά το χρηματοδοτικό σκέλος, το οποίο προυπέθετε μονοσήμαντα την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και το κλείσιμο του προγράμματος και μετά να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της αναδιάρθρωσης του χρέους.

Η απεγνωσμένη επιδίωξη πολιτικής συμφωνίας, κατά παράκαμψη όλων των ενδιάμεσων τεχνικών σταδίων της διαπραγμάτευσης, η υποτίμηση των αριθμών, η έλλειψη συγκεκριμένου προγράμματος δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων με μετρήσιμους ποσοτικά στόχους, εμβάθυνε το χάσμα της διιαπραγμάτευσης, ενώ η πολιτική συμφωνία αποτελεί το τελικό επιστέγασμα, που γεφυρώνει τις επιμέρους διαφορές, ακόμη και σημαντικές, και προτάσσει την επίτευξη του τελικού στόχου, ως το αποτέλεσμα μίας διαπραγματευτικής στρατηγικής, με τελικό αποτέλεσμα win-win και για τα διαπραγματευόμενα μέρη.  

Η πολιτική εκτίμηση του νύν επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας ότι ήταν λάθος η υπογραφή της παράτασης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης την 20η Φεβρουαρίου, γιατί δεν εξασφαλίσθηκε η χρηματοδότηση, είναι απόλυτα εσφαλμένη, γιατί δεν υπήρχε η νομική βάση της χρηματοδότησης, παρά μόνον εάν η Ελλάδα έκλεινε την αξιολόγηση της 5ης δόσης, γεγονός το οποίο είχε αποκλείσει η κυβέρνηση εκ των προτέρων, με αποτέλεσμα αυτό θεσμικά να απαγορεύεται και η συναφής πολιτική κριτική να καθίσταται έωλη.

Αντίθετα, η κυβέρνηση έχασε την μεγάλη διαπραγματευτική ευκαιρία στα πλαίσια «της δημιουργικής ασάφειας», όπως αυτή οριοθετείται από την κοινοτική πρακτική, να διασφαλίσει την αποδοχή σειράς «ευελιξιών» του ελληνικού προγράμματος, οι οποίες εφόσον θα παρήγαγαν ισοδύναμα δημοσιονομικά αποτελέσματα θα ήσαν απολύτως αποδεκτές από τους θεσμούς. Η μη προβολή, προδήλως λόγω ανυπαρξίας, και η μη διεκδίκηση των υπαρκτών ελληνικών ευελιξιών κατέστησε την επιτυχία «της δημιουργικής ασάφειας» γράμμα πολιτικά κενό.

ΙΙ. Quo vadis Domine ???

Στην παρούσα φάση, επειδή δεν υφίσταται ο πολιτικός και θεσμικός χρόνος για την επιτυχή κατάληξη της διαπραγμάτευσης, και ακόμη και εάν υπήρχε, είναι πρόδηλο ότι οι Θεσμοί θα ροκανίζουν τον χρόνο, ώστε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο για να επιβάλουν το θεσμικό κλείσιμο του προγράμματος, πρέπει αναγκαστικώς να αποδεχθούμε την 3η κατά σειρά παράταση της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Facility), ώστε να διασφαλίσουμε ότι η Ελλάδα διατηρεί εν ζωή το υφιστάμενο χρηματοδοτικό εργαλείο, που δυνητικά είναι εφικτό να εξακολουθεί να παρέχει χρηματοδότηση, υπό την προυπόθεση της τήρησης της υφιστάμενης conditionality – ήτοι της εφαρμογής των όρων της εκταμίευσης. Δεν πρέπει άλλωστε να εκφεύγει της προσοχής μας ότι η Σύμβαση αυτή εμπεριέχει και την δυνατότητα της πιστωτικής γραμμής εξόδου από το Μνημόνιο μέσω της επιζητούμενης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της «Πιστωτικής Γραμμής υπό ενισχυμένους όρους» - «Enhanced Conditioned Credit Line», δηλαδή τους υφιστάμενους όρους σε συνδυασμό προς νέες πολιτικές.

Εξ ίσου καθοριστικά σημαντικό είναι να αποπληρωθούν εμπρόθεσμα την 30η Ιουνίου οι πακεταρισμένες δόσεις προς το ΔΝΤ, καθώς η μη αποπληρωμή τους θα καταστήσει την χώρα αποσυνάγωγη της διεθνούς χρηματοοικονομικής κοινότητας, παρά τις άναρθρες κραυγές περί του αντιθέτου. Η μη αποπληρωμή του ΔΝΤ δεν αποτελεί μεν καθαυτό πιστωτικό γεγονός, καίτοι μπορεί να εξελιχθεί σε τέτοιο, αλλά θα επιφέρει με απόλυτη βεβαιότητα την απομείωση των ελληνικών ομολόγων, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ενέχυρα για την χρηματοδότηση των τραπεζών και εντεύθεν την χρηματοδότηση του κράτους με την αγορά από τις Τράπεζες Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου.  

Η 3η παράταση διασφαλίζει, σε κάθε περίπτωση, και την επικείμενη αποπληρωμή των ομολόγων της ΕΚΤ ύψους 6,7 δις ΕΥΡΩ περίπου, υποχρέωση η οποία δεν είναι δυνατόν να αναβληθεί, ούτε είναι δυνατόν να την αποποιηθούμε, χωρίς τον κίνδυνο να κηρυχθεί το σύνολο του ελληνικού χρέους άμεσα απαιτητό (cross default). Η πρόταση για ανάληψη της υποχρέωσης από το ESM, τέθηκε στην τελευταία πρόταση ως επίσημο αίτημα της ελληνικής πλευράς, αλλά σε κάθε περίπτωση ο τρόπος και ο χρόνος που τίθεται καθιστά την πρόταση αναξιόπιστη, καθώς είναι καθαρώς μέτρο δημοσιονομικού χαρακτήρα, ενώ δεν συνδέεται με μεταρρυθμίσεις, παρά το γεγονός ότι η πρόταση είχε πιθανότητες ευοδώσεως, με σωστή προετοιμασία και πολιτικό timing.

Εν κατακλείδι, η μόνη θεσμικά και νομικά εφικτή λύση στην παρούσα συγκυρία είναι η 3η παράταση της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία θα επιτρέψει την κατάλληλη προετοιμασία για να τεθεί το συνολικό ζήτημα της αναδιάρθρασης του χρέους σε μία ευρύτερη συνεννόηση με τους πιστωτές.

Βεβαίως, η συζήτηση έτσι παρατείνεται επί μακρόν εις βάρος της ελληνικής οικονομίας, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες και σε αυτό το διαπραγματευτικό πλαίσιο, όπως διαμορφώθηκε, τούτο αποτελεί την μόνη λύση πρό της οριστικής ρήξεως, που δεν αποτελεί την ευκταία λύση για κανένα μέρος, πολύ περισσότερο για την παγκόσμια οικονομία.