15 / 2008

ΑΡΙΘΜΟΣ 15/2008
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Το
Κατά το άρθρο 1.2 του από 15 Απριλίου 1997 «ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ» αρμόδιο προς επίλυση διαφορών μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................» και το διακριτικό τίτλο «......................................», που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................», που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα
ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Αποτελούμενο από τους 1) Νικόλαο Κασσαβέτη,
Αρεοπαγίτη, (κατά δε την έκδοση της απόφασης αυτής Επίτιμο Αρεοπαγίτη), ως Πρόεδρο - Επιδιαιτητή, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 1.2 του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού Εμπόρου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου με την 137/2006 πράξη του, 2) Δημήτριο Τζουγανάτο, Αναπληρωτή Καθηγητή, (κατά δε την έκδοση της απόφασης αυτής Καθηγητή), στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διαιτητή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................» και το διακριτικό τίτλο «......................................», που διορίσθηκε νόμιμα δυνάμει της από 25 Μαΐου 2006 αιτήσεως της ως άνω εταιρίας και 3) Απόστολο Γεωργιάδη, Επίτιμο Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διαιτητή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................», που διορίσθηκε νόμιμα δυνάμει της από 19 Ιουνίου 2006 αίτησης της ως άνω εταιρίας, ως μέλη


Συνήλθε σε διαδοχικές συνεδριάσεις κατά τις 30 * Οκτωβρίου 2006, 9 Νοεμβρίου 2006, 25 Ιανουάριου 2007, 8 |
Μαρτίου 2007, 24 Μαΐου 2007, 28 Νοεμβρίου 2007 και 4 Φεβρουάριου 2008, 2 Απριλίου 2008 και 10 Απριλίου 2008, στο Κατάστημα του Αρείου Πάγου, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας αρ.
121, με παρουσία και της γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, δικαστικής υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, που ορίστηκε νόμιμα, (πρακτικό 1/30-10-2006), προκειμένου να επιληφθεί της διαφοράς που έχει υπαχθεί στη διαιτησία του Δικαστηρίου αυτού, μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................» και το διακριτικό τίτλο «.....................................», και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................», νόμιμα εκπροσωπουμένων, όπως η διαφορά αυτή καθορίζεται στην από 25 Μαΐου 2006 «αγωγή» της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................» κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................................» για διαιτητική επίλυση της προσδιορισμένης στην ίδια «αγωγή» διαφοράς.
Κατά την πρώτη συνεδρίαση του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής αποφάσισαν, κατ' άρθρο 886 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., να ακολουθηθεί κατά τη διαιτητική διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων του Κ.Πολ.Δ. και να εφαρμοσθούν όσα επιτάσσονται από το άρθρο 1.2 του από 15 Απριλίου 1997 «ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ», βλ. πρ. 1/30-10-2006).
Κατά τις συζητήσεις της υπόθεσης που έγιναν ενώπιον του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου κατά τις συνεδριάσεις του των 9 Νοεμβρίου 2006, 25 Ιανουάριου 2007 και 8 Μαρτίου 2007 αυτό
έλαβε υπόψη την ένδικη «αγωγή», τα προφορικώς ενώπιον
4 4 Γι
ου αναπτυχθέντα από τους πληρεξουσίους των διαδίκων Στυλιανό Γρηγορίου, δικηγόρο της «ενάγουσας», Ελένη Παπακωνσταντίνου και Γεώργιο Ρισβά, δικηγόρους της «εναγόμενης», τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, με τις οποίες ζήτησαν η μεν «ενάγουσα» την παραδοχή της «αγωγής της» η δε «εναγομένη» την απόρριψή της, τις καταθέσεις των ενόρκως ενώπιον του εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα και επικληθέντα απ' αυτούς έγγραφα, τις κατωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και την εν γένει διαδικασία. Με τις περιεχόμενες στα με αριθμούς 2/9-11-
2006, 3/25-1-2007,4/8-3-2007, 5/24-5-2007, 6/28-11-2007,
7/4-2-08, 8/2-4-08 και 9/10 Απριλίου 2008 πρακτικά
συνεδριάσεων του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου αποφάσεις των διαιτητών και του επιδιαιτητή, που λήφθηκαν σύμφωνα με το στο «Μέρος 1» του ανωτέρω «Ιδιωτικού συμφωνητικού εμπόρου» περιλαμβανόμενο άρθρο 1.2 παρατάθηκε η προθεσμία εκδόσεως αποφάσεως επί της υπό κρίση διαφοράς μέχρι 6/3/2007, 6/6/2007, 6/9/2007, 6/12/2007,6/2/2008,
6/4/2008 και επί εικοσαήμερο από την προηγούμενη λήξη της, αντίστοιχα και ακολούθως διασκέφθηκε στον ως άνω αναφερόμενο χώρο και ειδικότερα στο γραφείο 317 και στην αίθουσα διασκέψεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΦ
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 (ΦΕΚ Α 81/30-5-1991) «περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» ορίζεται ότι «για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του
/2008 σελ. 4
αντιπροσωπευόμενου». Από τη διάταξη αυτή, που κατάντα άρθρο 11 παρ. 2 ίδιου π.δ. εφαρμόζεται από την 1η Ιανουάριου- 1994 και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσει».}Κ ημερών των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, που συνήφθησαν πριν απο την έναρξη της ισχύος του κατά την 30/5/1991, συνάγονται τα ακόλουθα: (α) με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας το ένα από τα μέρη της (παραγωγός ή χονδρέμπορος) αναθέτει σε μόνιμη βάση στο άλλο (εμπορικό αντιπρόσωπο) την έναντι ανταλλάγματος (προμήθειας) μέριμνα των υποθέσεών του σε ορισμένη περιοχή και (β) η ανωτέρω υποχρέωση του αντιπροσώπου κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου είτε (στην περίπτωση του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου) στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 Συντάγματος και 361 Α.Κ. αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων το πρόσωπο μπορεί να διαμορφώνει κατά βούληση τις περιουσιακές έννομες σχέσεις του με την επιφύλαξη της μη αντίθεσης της δηλούμενης απ' αυτό βούλησής του στο νόμο (άρθρ. 3 και 174 Α.Κ.) ή στα χρηστά ήθη (άρθρ. 178 Α.Κ.). Κατά συνέπεια μπορεί υπό τους ανωτέρω περιορισμούς να καταρτίζει ακόμη και μη ρυθμιζόμενες απο το νόμο συμβάσεις, όπως μέχρι το ν. 3557/2007 ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής με διανομέα, που ενεργεί, σύστοιχα με το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, αφού η σύμβαση αυτή μέχρι την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω νόμου (14-5-2007) δεν ενέπιπτε στη ρύθμιση του π.δ. 219/1991. Ειδικότερα με τη σύμβαση αυτή - πλαίσιο καθιδρύεται ως βασική συμβατική υποχρέωση του αποκλειστικού διανομέα η διενέργεια αγοράς προς μεταπώληση, αφού κατά τη διάρκειά της αυτός αγοράζει τα εμπορεύματα, που του προμηθεύει αποκλειστικά ο αντισυμβαλλόμενός του (παραγωγός ή
ίΊ /2008 σελ. 5
χονδρέμπορος) για να τα μεταπωλήσει αυτός (αποκλειστικός διανομέας) σε ορισμένη περιοχή στο όνομα και για λογαριασμό του και δικό του κίνδυνο ακολουθώντας ως προς την προώθηση των εμπορευμάτων αυτών τις οδηγίες του αντισυμβαλλομένου του προμηθευτή και εισπράττοντας 1) ως αντίτιμο όχι προμήθεια εκ των προτέρων συνομολογημένη αλλά κέρδος, δηλαδή τη διαφορά του τιμήματος ανάμεσα στην ευνοϊκή γι' αυτόν (αποκλειστικό διανομέα) τιμή αγοράς των εμπορευμάτων και σε αυτήν της πώλησής τους, την οποία καθορίζει μέσα στα γενικά όρια, που του θέτει ο προμηθευτής (βλ. σχετ. Ευαγ. Περάκη, Γεν. Εμπορικό Δίκαιο , σελ. 412, Δ.Κ. Ρούσση, Ο υπολογισμός της αποζημίωσης πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου - διανομέα, σελ. 160) και 2) τη για τη συμπλήρωση του χαμηλού κέρδους αυτού, (αποκλειστικού διανομέα), ενδεχομένως παρεχόμενη σε αυτόν από τον προμηθευτή πρόσθετη παροχή (ΒΟΝΙΙ8) (βλ. σχετ. Μιχ. Θεοδ. Μαρίνου, Η διανομή αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σελ. 7). Και ενώ κατ' αρχήν σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως το σχετικό επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική, με τον τρόπο που προσδιορίσθηκε, εργασία διαμεσολαβήσεως, τελικά δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει ως προς το περιεχόμενό της με αυτή της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται ως προς τα ουσιώδη μέρη (βλ. σχετ. Α.Π. 53/2007 ΝοΒ 55, 1378). Συντρέχει δε η περίπτωση αυτή όταν, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση, ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Ενόψει δε του ότι, όπως έχει εκτεθεί, προγενέστερα από τον ν. 3557/2007 και, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 β' του νόμου αυτού, με την οποία ορίσθηκε ότι «οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις... β) αποκλειστικής
*
διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή» δεν υφίστατο νομοθετική ρύθμιση της, σύμφωνα με την παρατεθείσα διάταξη σύμβασης αποκλειστικής διανομής, οι διατάξεις του κανονιστικού π.δ. 219/1991 είναι, κατ' αναλογίαν νόμου, εφαρμοστέες και στις συμβάσεις αποκλειστικής, κατά την ανωτέρω έννοια, διανομής, που η σύναψη, η λειτουργία και η λύση τους εμπίπτει στο χρονικό διάστημα το οποίο, κατ' άρθρο 11 ίδιου π.δ., αρχίζει από (1) την έναρξη της ισχύος του ως προς τις συναφθείσες μετά απ' αυτή ανωτέρω συμβάσεις και (2) την 1η Ιανουάριου 1994 ως προς τις συμβάσεις, που συνήφθησαν προγενέστερα από την έναρξη της ισχύος του υφίσταντο κατ' αυτή και έληξαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 3557/2007. Αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 ίδιου νόμου, επισυνέβη την 14 Μαΐου 2007, κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός. Η εκτεθείσα εφαρμογή του π.δ. 219/1991 και στις ανωτέρω προγενέστερες από τη δημοσίευση του ν. 3557/2007 συμβάσεις αποκλειστικής, κατά την ανωτέρω έννοια, διανομής
δεν αποκλείεται ενόψει και των ακολούθων (α) της μη
δυνάμενης να συναχθεί απο την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ ούτε εξ αντιδιαστολής βούλησης του κοινοτικού νομοθέτη, που να
κατατείνει στην απαγόρευση στα κράτη μέλη να θεσπίσουν προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, που, όπως έχει εκτεθεί, επισυνέβη ως προς τους ανωτέρω αποκλειστικούς διανομείς με το ν. 3557/2007, η κατά τον οποίο ανάλογη εφαρμογή στους διανομείς αυτούς του π.δ. 219/1991 δεν συνιστά αναλογία αλλά, κατά νομοτεχνική πρακτική, ακολουθουμένη για την
αποφυγή επαναλήψεων, παραπομπή ως προς τη ρύθμιση του πραγματικού των ανωτέρω διανομέων στις διατάξεις του σημειωθέντος π.δ/τος (βλ. Π. Λαδά, Γεν. Αρχ. Αστικ. Δικ., Τομ. I, σελ. 152) και (β) του επιτρεπτού από απόψη κοινοτικού δικαίου της κατ' αναλογίαν νόμου εφαρμογής του κανονιστικού
π.δ. 219/1991 και στην περίπτωση των παραπάνω συμβάσεων αποκλειστικής διανομής (βλ. σχετ. με την τελευταία περίπτωση Α.Π. 53/2007 ό.π. και γενικότερα για την κατ' αναλογία νόμου εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 και στους ανωτέρω διανομείς Θ. Λιακόπουλου, Γεν. Εμπορικό Δίκαιο, έκδ. β., σελ 123 επ.,Ευαγ. Περάκη, ό.π. σελ. 415). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α, β, γ και 2 π.δ. 219/1991 ορίζονται, αντίστοιχα, τα ακόλουθα: «1(α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν απο τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, (β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο απο πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου και (γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα» και «2. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπεύομενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του». Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω η παρατεθείσα διάταξη
τόσο ως προς την καθίδρυση της, κατ' αυτήν, αξίωσές;
«αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας» του εμπορικού
1
αντιπροσώπου μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας όσο και ως προς την τασσόμενη με την ίδια διάταξη αποσβεστική προθεσμία άσκησης της ανωτέρω αξίωσης είναι με τις εκτεθείσες προϋποθέσεις διαχρονικού δικαίου κατ' αναλογίαν νόμου εφαρμοστέα ως προς την καθίδρυση και άσκηση «αξίωσης αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας» του αποκλειστικού διανομέα που είχε καταστεί τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλόμενου προμηθευτή του, η με τον οποίο σύμβαση αποκλειστικής, κατά την ανωτέρω έννοια, διανομής καταρτίστηκε σε χρόνο που εμπίπτει σ' αυτόν της εφαρμογής του π.δ. 219/1991 και λύθηκε μετά από καταγγελία του προμηθευτή, που ασκήθηκε προγενέστερα από την έναρξη της ισχύος του ν. 3557/2007. Στην προκειμένη περίπτωση η «ενάγουσα» με την υπό κρίση από 25 Μαϊου 2006 «αγωγή» της ζητεί να υποχρεωθεί η «εναγόμενη» να της καταβάλει το χρηματικό ποσό, που μετά τον παραδεκτό σύμφωνα με την εφαρμοστέα και στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 223 Κ.Πολ.Δ. περιορισμό του αρχικού αιτήματος της «αγωγής» αυτής ανέρχεται σε 742.874,8 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτήν, («εναγόμενη»), της ίδιας «αγωγής». Κατ' εκτίμηση του δικογράφου της ίδιας «αγωγής» το ανωτέρω χρηματικό ποσό αποτελεί, σύμφωνα με την κύρια βάσης της «αγωγής» αυτής, μέρος της αποζημίωσης, που οφείλεται από την «εναγόμενη» στην «ενάγουσα», μετά τη, λόγω καταγγελίας από την «εναγόμενη», λύση της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης αποκλειστικής (σύστοιχα με όσα εκτίθενται επίσης στην «αγωγή» αυτή) διανομής από την ενάγουσα εμπορευμάτων της «εναγομένης», δηλαδή ενόψει του αιτήματος της αγωγής αυτοκινήτων με το σήμα «» και «αξεσσουάρ» των αυτοκινήτων αυτών. Η διαφορά αυτή υπάγεται στην, κατ' αρθρ. 887 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ερευνώμενη απο το διαιτητικό αυίτρ δικαστήριο δικαιοδοσία του, αφού, ως
απότοκη της λύσης της ανωτέρω σύμβασης περιλαμβάνεται, όπως αποδεικνύεται απο την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σχετική συμφωνία, που έχει περιληφθεί στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 15 Απριλίου 1997 σύμβαση, στις διαφορές, οι οποίες με την ίδια συμφωνία έχουν υπαχθεί στην προκειμένη διατησία. Η «αγωγή» αυτή, με την οποία για την καθίδρυση της κατά την κύρια βάση ένδικης αξίωσης γίνεται ως προς το από 659.442,38 ευρώ μέρος του αιτούμενου χρηματικού ποσού επίκληση και των λοιπών ως προς αυτή στοιχείων του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α του π.δ. 219/1991 είναι ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της, ο νομικός χαρακτηρισμός του οποίου απο την «ενάγουσα» δεν δεσμεύει το διαιτητικό αυτό δικαστήριο, νόμιμη ως προς το μέρος της που σημειώθηκε. Στηρίζεται δε ως προς μεν το περί επιδικάσεως του παραπάνω μέρους του αιτούμενου χρηματικού ποσού κύριο αίτημά της στην, όπως έχει εκτεθεί κατ' αναλογία νόμου εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπωση διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α και β του κανονιστικού π.δ. 219/1991 ως προς δε το περί υποχρεώσεως της «εναγομένης» σε τοκοδοσία παρεπόμενο αίτημά της στη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ. Ειδικότερα η τελευταία αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση γιατί το κατά το παρεπόμενο αυτό αίτημα εναρκτήριο χρονικό σημείο των επιδικαστέων κατ' αυτό δικονομικών τόκων, η επίδοση δηλαδή στην εναγόμενη της υπό κρίση «αγωγής», με την οποία υπεβλήθη η διαφορά σε διαιτησία εμπίπτει, ενόψει του δικαιοδοτικού χαρακτήρα αυτής (διαιτησίας) στο πραγματικό της ανωτέρω διάταξης (βλ. σχετ. Μιχ. Σταθόπουλου, Γεν. Ενοχ. Δικ. σελ. 1098, Στελ. Ν. Κουσούλη, Δίκαιο της διαιτησίας σελ. 86, αντιθ. Α.Π. 614/1968 ΝοΒ 1969, 291). Εξάλλου ως προς το περί επιδικάσεως του λοιπού μέρους του αιτούμενου χρηματικού ποσού η κύρια βάση της υπό κρίση αγωγής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο γιατί ως προς την καθίδρυση της σε σχέση με αυτό αξίωσης έγινε τελικά, ύστερα

από διευκρίνιση της αγωγής επίκληση παροχών προς την «ενάγουσα» όχι από την «εναγόμενη» αλλ' από άλλη εταιρία. Περαιτέρω η επικουρική βάση της υπό κρίση «αγωγής», με την οποία για την, κατ' επιταγήν της καθιδρυτικής της αξίωσης απόδοσης αδικαιολόγητου πλουτισμού διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ., επιδίκαση του ανωτέρω χρηματικού ποσού γίνεται επίκληση της αντίστοιχης με αυτό ωφέλειας της «εναγομένης» από τη μετά τη λύση της ανωτέρω σύμβασης οικειοποίηση της πελατείας, που κατά τη λειτουργία της σύμβασης και σε σχέση με τα ανωτέρω εμπορεύματα η «ενάγουσα» έφερε σε αυτή υπάγεται μεν στη δικαιοδοσία του παρόντος διαιτητικού δικαστηρίου, πλην όμως είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, αφού η με τον ανωτέρω τρόπο επαύξηση της πελατείας της «εναγομένης» υπήρξε, κατ' εκτίμηση των όσων εκτίθενται στην υπό κρίση «αγωγή», απότοκη της λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, νόμιμης δηλαδή, κατ' άρθρο 361 Α.Κ., αιτίας. Επομένως η υπό κρίση «αγωγή» είναι, ως προς το μέρος της κύριας βάσης της που κρίθηκε νόμιμο εξεταστέα κατ' ουσίαν, λόγω και της μη παρέλευσης της από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 π.δ. 219/1991 αποσβεστικής προθεσμίας, αφού, όπως αποδεικνύεται απο το με χρονολογία 27/9/2005 έγγραφο της «εναγούσης» προς την αντίδικό της και της σε αυτή επισημείωσης της «εναγομένης» εμπρόθεσμα δηλώθηκε απο την «ενάγουσα» στην «εναγομένη» ότι θα ασκήσει την ένδικη αξίωση. Περαιτέρω ενόψει του ότι η κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρηθείσα αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αρκετή η πιθανόλογηση των ισχυρισμών των διαδίκων δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αφού η επιλογή της ανωτέρω διαδικασίας έγινε από τους διαιτητές, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 886 παρ. 1 εδ. β' ίδιου Κώδικα, η οποία χορηγεί σε αυτούς την εξουσία του προσδιορισμού της ακολουθητέας απ' αυτούς διαιτητικής

διαδικασίας όχι όμως και του βαθμού της δικανικής γνώσεώς Ι^υς ως προς το αντικείμενο της απόδειξης σε σχέση με την εκδικαζόμενη απ' αυτούς διαφορά (βλ. Στελ. Κουσούλη, ό.π. σελ. 114 επ.). Κατά συνέπεια το βάσιμο ή μη του ερευνητέου νόμιμου μέρους της κύριας βάσης της υπό κρίση αγωγής θα εξαρτηθεί όχι απο την πιθαναλόγηση ή μη αλλά από την απόδειξη ή μη του ίδιου μέρους της βάσης αυτής.
Από τις περιεχόμενες στο υπ' αριθ. 3/25 Ιανουάριου 2007 πρακτικό συνεδρίασης του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου καταθέσεις των ενόρκως ενώπιον του εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες εκτιμώνται καθεμιά ξεχωριστά κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του αντίστοιχου μάρτυρα και σε συνδυασμό τόσο μεταξύ τους όσο και με όλα τα από τους διαδίκους προσκομισθέντα και επικληθέντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή (α) τις υπ' αριθ. 19741/2006, 19742/2006, 19743/2006 και 3494/2006 ένορκες βεβαιώσεις των ........................, ........................, ........................ και ........................, αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον των Συμβολαιογράφων Αθηνών Δήμητρας συζύγου Σταύρου Σταφυλάκη το γένος Κωνσταντίνου Βάλμη ή Μόρφη οι τρεις πρώτες και ........................ η τελευταία, η λήψη υπόψη των οποίων από το διαιτητικό αυτό δικαστήριο και, ειδικότερα, της τρίτης απ' αυτές, ως προς την προσκομιδή της οποίας από την «εναγόμενη» διατυπώθηκαν αντιρρήσεις από την «ενάγουσα», είναι επιτρεπτή, αφού οι, αντίστοιχα, ως προς την κατάρτιση και προσκομιδή των ενόρκων βεβαιώσεων διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2 και 237 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. δεν εμπίπτουν στις ρυθμιστικές της, όπως έχει εκτεθεί, νόμιμα επιλεγείσης και στη συνέχεια τηρηθείσης στην προκειμένη περίπτωση διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων διατάξεις των άρθρων 683 έως 703 Κ.Πολ.Δ. και (β) όλα τα έγγραφα, που επίσης οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στο διαιτητικό αυτό δικαστήριο, αποδείχθηκαν, κατά την άποψη που επικράτησε στην πλειοψηφία των μελών του ίδιου
δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Μεταξύ των διαδίκων, από τους οποίους η «εναγόμενη» είναι αποκλειστική διανομέας στην/ Ελλάδα αυτοκινήτων και ανταλλακτικών τους με το σήμα\ «» άρχισε από το έτος 1994 άτυπη εμπορική συνεργασία σε σχέση με τα ανωτέρω αυτοκίνητα και τα ανταλλακτικά τους. Η μεταπώληση από την «ενάγουσα» των εμπορευμάτων αυτών γινόταν σε οικοδομή (έκθεση, συνεργείο και αποθήκη ανταλλακτικών) που βρίσκεται στο Χολαργό Αττικής (λεωφόρος Μεσογείων αριθ. 300). Τη 15η Απριλίου 1997 με ταυτόχρονο ιδιωτικό έγγραφο των διαδίκων, που φέρει την επιγραφή «ιδιωτικό συμφωνητικό εμπόρου», καταρτίστηκε μεταξύ τους η σημειωθείσα στην προηγούμενη αιτιολογία της απόφασης αυτής σύμβαση. Από το έγγραφο αυτό αποδεικνύονται ειδικότερα τα ακόλουθα: Στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής προέβησαν τα μέρη της αφού έλαβαν υπόψη (α) το γεγονός ότι η «εναγομένη» ήταν αποκλειστική διανομέας στην Ελλάδα των ανωτέρω εμπορευμάτων, (αυτοκινήτων και ανταλλακτικών τους με το σήμα «»), (β) τη διεξαγωγή της διανομής αυτής μέσω δικτύου «ανεξαρτήτων» (όπως χαρακτηρίζονται στο ίδιο έγγραφο) εμπόρων, οι οποίοι αναλαμβάνουν την πώληση, προώθηση και διανομή αυτοκινήτων και ανταλλακτικών «» καθώς και την εξυπηρέτηση πριν και μετά την πώληση και οι οποίοι οφείλουν να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προδιαγραφές τόσο για την ένταξη όσο και για την παραμονή τους στο εν λόγω δίκτυο και (γ) τη δήλωση της «ενάγουσας» «ότι πληροί όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις και προδιαγραφές για την ένταξη και παραμονή της στο δίκτυο διανομής ...». Με τη σύμβαση αυτή, που, ως προς τη διάρκειά της, ήταν αορίστου χρόνου, η «εναγόμενη», αφού όρισε και την «ενάγουσα» έμπορο στην Αττική (που με την ίδια σύμβαση προσδιορίσθηκε ως «αποκλειστική περιοχή» της «ενάγουσας» και άλλων, που δεν υπερβαίνουν τους τριάντα εμπόρους ) ανέλαβε την υποχρέωση
\ όπως κατά τη διάρκεια της ίδιας σύμβασης πωλεί στην \ ί'Γ'Λ
"{-^«ενάγουσα» αυτοκίνητα και ανταλλακτικά «» με το γ^σκοπό την από την τελευταία μεταπώλησή τους, ενώ η ίδια / διάδικος («ενάγουσα») ανέλαβε έναντι της αντιδίκου της την
• /
υποχρέωση να προσφέρει σε ολόκληρη την ανωτέρω περιοχή «πλήρεις υπηρεσίες εξυπηρέτησης του πελάτη πριν και μετά την πώληση (συντήρηση, επισκευή, βαφείο, φανοποιείο, ανταλλακτικά..)». Περαιτέρω με την ανωτέρω σύμβαση η «ενάγουσα» υποχρεώθηκε (α) όπως «ανά πάσα στιγμή... εκπληρώνει τις υποχρέωσεις που αναλαμβάνει με την παρούσα σύμβαση και να επικεντρώνει τις προσπάθειές» της «στην ανάπτυξη τόσο της δραστηριότητας πωλήσεως προώθησης και διανομής των προϊόντων όσο και στην παροχή πλήρους και ολοκληρωμένου φάσματος υπηρεσιών εξυπηρέτησης πριν και μετά την πώληση και τεχνικής υποστήριξης (συντήρηση, επισκευή, εγγύηση, βαφείο κλπ) των προϊόντων σε ολόκληρη την περιοχή ... καταβάλλει καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος» της παραπάνω σύμβασης «κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και αύξηση της ποσότητας και αποτελεσματικότητας των πωλήσεων και της τεχνικής εξυπηρέτησης συντήρησης και επισκευής των προϊόντων σε ολόκληρη την περιοχή και να ενισχύει με κάθε τρόπο τόσο με τις ενέργειές της όσο και με τη συμπεριφορά» της «την καλή πίστη και εμπορική φήμη του Κατασκευαστή της » και της ίδιας, (β) να μην «πωλεί, διανέμει ή προμηθεύει με οποιοδήποτε τρόπο καινούργια αυτοκίνητα που προσφέρουν άλλοι πλην του Κατασκευαστή», (των αυτοκινήτων και ανταλλακτικών ), «παρά μόνο από διαφορετικά σημεία πώλησης, τα οποία πρέπει να λειτουργούν υπό χωριστή διαχείριση και από διαφορετικό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ούτως ώστε σε κάθε περίπτωση να αποκλείεται παντελώς οποιαδήποτε σύγχυση σημάτων και εν γένει σύγχυση και παραπλάνηση του καταναλωτή..», (γ) «να διαθέτει σύμφωνα με» τα όσα προσδιορίζονται στην ίδια
σύμβαση «ολοκληρωμένες κάθετες εγκαταστάσεις στις οπέίες
I ?;•'" :
θα συστεγάζονται και θα πραγματοποιούνται όλες ^ατ δραστηριότητες» αυτής («ενάγουσας») «και συγκεκριμένα \ρι
'Ί».
δραστηριότητες έκθεσης και πώλησης Προϊόντων αποθήκευσης αυτών, τεχνικής εξυπηρέτησης, συντήρησης, επισκευής συνεργείου, βαφείου και φανοποιείου», (δ) «να πληρούν («οι εγκαταστάσεις και η επιχείρηση») της ενάγουσας «όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές που επιβάλλονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει» αυτή «δυνάμει του παρόντος όπως αυτές καθορίζονται» από την ίδια σύμβαση «και τις σχετικές οδηγίες που η απευθύνει προς την ενάγουσα» (ε) «να διατηρεί», (αυτή - «ενάγουσα»), και «ενημερώνει στις εγκαταστάσεις» της «τα προδιαγραμμένα συστήματα μηχανογράφησης και μηχανολογικής καταχώρησης και αναφοράς για τις ποσότητες, αποθέματα και την κίνηση και πωλήσεις των προϊόντων τηρώντας αναλυτικές καταστάσεις κατά είδος και τύπο προϊόντων , τις παραγγελίες, τις πωλήσεις και την εν γένει τεχνική εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων , την παρακολούθηση των υπαρχόντων και εν δυνάμει πελατών, και τις διελεύσεις πελατών από τις εγκατάστασεις» της «τηρώντας το σχετικό μητρώο και τα στοιχεία πελατών τη σύνθεση και τις ποσότητες της αποθήκης .... και κάθε άλλου σχετικού θέματος που, ενδεχομένως, υποδειχθεί ως αναγκαίο από την , (στ) να αποστέλλει σχετικές αναφορές στην ανά τακτικά χρονικά διαστήματα και οποτεδήποτε αυτό ζητηθεί, παρέχοντας και κάθε άλλη αναγκαία πληροφορία» και (ζ) «να διατηρεί και να θέτει στη διάθεση της οποτεδήποτε αυτό» της «ζητηθεί όλα τα νεώτερα στοιχεία και κάθε άλλη σχετική πληροφορία προκειμένου η (δηλαδή η «εναγομένη») να έχει τη δυνατότητα αφενός να εξακριβώσει ότι ο έμπορος» (δηλαδή η «ενάγουσα») «εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του δυνάμει του παρόντος και εφαρμόζει σωστά τα προγράμματα
προώθησης των προϊόντων και εξυπηρέτησης των πελατών και ... πολιτικές της προς το κοινό οικονομικό όφελος του εμπόρου και ολόκληρου του επίσημου δικτύου » και (η) «να συμμορφώνεται πάντοτε και πλήρως με τις οδηγίες της ή εκάστοτε συμφωνίες» τους «ή εγκυκλίους της σχετικά με την προώθηση και διαφήμιση εντός της περιοχής, να συνεργάζεται στενά με την και να μην αναλαμβάνει σε καμμιά περίπτωση δική» της «πρωτοβουλία στον τομέα της διαφήμισης και της εν γένει προώθησης των πωλήσεων, η οποία παρεκκλίνει από τις ανωτέρω οδηγίες και συμβουλές χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση της ». Εξάλλου με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και τα ακόλουθα: (1) «οιοσδήποτε
εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της ή του Κατασκευαστή» (αυτοκινήτων και ανταλλακτικών με το σήμα αυτό) «δύναται οποτεδήποτε και κατά τη διάρκεια εργασίμων ωρών, αφού ειδοποιήσει περί της επικείμενης επίσκεψής του, να εισέρχεται σε κάθε χώρο των εγκαταστάσεων » (της «ενάγουσας»), «με σκοπό τον έλεγχο αποθεμάτων των προϊόντων , βιβλίων, προγραμμάτων, στοιχείων εγκαταστάσεων, εργαλείων, εξοπλισμού και άλλων πραγμάτων, που κατά τη σύμβαση αυτή απαιτείται να κατέχει ο έμπορος» (δηλαδή η «ενάγουσα») καθώς και την εν γένει τήρηση από τον έμπορο όλων των υποχρεώσεών του με βάση την παρούσα σύμβαση και ο έμπορος θα παρέχει σε κάθε τέτοιον εκπρόσωπο κάθε δυνατή συνδρομή κατά τη διενέργεια αυτών των ελέγχων και (2) η «», δηλαδή η «εναγόμενη», κατ' άρθρο 6 παρ. 4 της ανωτέρω σύμβασης, που συμπορεύεται με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του τότε ισχύοντος υπ' αριθ. 1475/1995 Κανονισμού της Επιτροπής Ε.Κ. «σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων» «δικαιούται να λύσει με γραπτή τακτική καταγγελία τη σύμβαση
αυτή οποτεδήποτε με 24μηνη γραπτή ειδοποίηση προς τον ΕΜΠΟΡΟ...», δηλαδή την «ενάγουσα». Περαιτέρω από τα
αποδεικτικά μέσα που σημειώθηκαν απεδείχθη και ότι από Τις
X
παραπάνω ρήτρες της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αυτές που είναι ρυθμιστικές της λειτουργίας της ίδιας σύμβασης τηρήθηκαν κατ' αυτή με αποτέλεσμα η «ενάγουσα» 1) να καταστεί και αυτή στην Αττική αποκλειστική διανομέας των εμπορευμάτων της «εναγομένης», και ειδικότερα αυτοκινήτων με το σήμα και «αξεσσουάρ» τους, που ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση και των οποίων αποκλειστικός διανομέας για όλη την Ελλάδα είναι, όπως έχει εκτεθεί, η «εναγομένη» και 2) να ενεργεί αυτή («ενάγουσα») με την ιδιότητά της, που σημειώθηκε, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της «εναγομένης». Τα ανωτέρω είναι απότοκα της απόδειξης και του ότι (α) η «ενάγουσα» κατά τη λειτουργία της σημειωθείσης σύμβασης πωλούσε τα ανωτέρω εμπορεύματα, που προμηθευόταν αποκλειστικά από την «εναγόμενη», (β) απέστελλε τα απ' αυτή και σε σχέση με τους πελάτες της τηρούμενα στοιχεία στην «εναγομένη» και (γ) υπέκειτο στον έλεγχο αυτής («εναγομένης») που περιλάμβανε και εκείνον του «μυστικού πελάτη». Με σαφήνεια για τα εκτεθέντα κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας Παναγιώτης Δημητρίου Κάλλας και διέλαβε καθένας από τους Πολύτιμη Δημητρίου Νικολοπούλου, Ευτυχία Δαμιανού Αγγέλκο και Χρήστος Σπυρίδωνος Αργυρίου στην ένορκη βεβαίωσή του. Οι σημειωθέντες είναι αξιόπιστοι, γιατί απεδείχθη ότι ως υπάλληλοι της «ενάγουσας» έχουν άμεση αντίληψη των σχέσεων των διαδίκων μέχρι τη λύση της ανωτέρω σύμβασης. Άλλωστε την ένταξη της εναγούσης «στο επίσημο δίκτυο εμπόρων » διέλαβε στην υπ' αριθ. 34941/2006 ένορκη βεβαίωσή του και ο υπάλληλος της εναγομένης Κωνσταντίνος Θεοκλήτου Καγκάδης. Η ένταξη όμως αυτή είναι από τη φύση της θεμελιωτική του ότι κατά τη λειτουργία της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα εΤχε καταστεί και ενεργούσε ως τμήμα
της εμπορικής οργάνωσης της «εναγόμενης». Και τούτο ενόψει 1) της σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση ιδιότητας της «εναγομένης» ως «αποκλειστικής», κυρίας δηλαδή στην Ελλάδα διανομέως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών με το σήμα «» 2) της σύστοιχα με την ιδιότητα αυτή της «εναγομένης» και για την επίτευξη της ολοκλήρωσης της εμπορικής της οργάνωσης, που από την φύση της κατέτεινε στην πώληση και περιέλευση των εμπορευμάτων της, (δηλαδή προεχόντως στην προκειμένη περίπτωση αυτοκινήτων με το σήμα «» και «αξεσσουάρ», τους), στους καταναλωτές απαιτούμενης, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (βλ. σχετ. Μιχ. Θεοδ. Μαρίνου, ό.π.), σύστασης, ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσής της, του δικτύου υποδιανομέων, όπως σε σχέση με αυτήν ήταν συνακόλουθα με όσα αποδείχθηκαν η «ενάγουσα». Αυτή, όπως διέλαβε ο Κωνσταντίνος Θεοκλήτου Καγκάδης στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του, κατέστη ως προς τα αυτοκίνητα «» ανεξάρτητη έμπορος μετά τη λύση της σημειωθείσης σύμβασης κατά τον κατωτέρω χρόνο. Όμως η νέα αυτή ιδιότητα της «ενάγουσας», είναι και αυτή θεμελιωτική της απόδειξης ότι κατά τη λειτουργία της παραπάνω σύμβασης η «ενάγουσα» δεν ήταν σε σχέση με την αντίδικο της ανεξάρτητη έμπορος αλλ' ότι είχε ενταχθεί στο σύστημα διανομής των ανωτέρω εμπορευμάτων της «εναγομένης» με αποτέλεσμα αυτή μεν (δηλαδή η «ενάγουσα») να δρα κατά τον ίδιο χρόνο, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της «εναγομένης», η δε μεταξύ τους σύμβαση να προσομοιάζει πλέον με την εμπορική αντιπροσωπεία. Τελικά η ίδια σύμβαση λύθηκε ύστερα από κατ' άρθρο 6 § 4 αυτής τακτική καταγγελία της, που ασκήθηκε από την «εναγόμενη» εγγράφως την 27η Σεπτεμβρίου 2002. Συνακόλουθα με τα ανωτέρω είναι, επίσης κατά την άποψη που επικράτησε στο διαιτητικό αυτό δικαστήριο, ανάλογα εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 8 § 6 του π. δ. 219/1991 ως προς το χρόνο λύσης της
παραπάνω σύμβασης, με αποτέλεσμα αυτός να συμπίτ^χέι,
/
κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, με την 30η Σεπτεμβρίου 2004 και 9 § 1 ίδιου δ/τος ως προς την καθίδρυση ή μη αξίωσης αποζημίωσης της ενάγουσας , για την ύστερα από την παραπάνω τακτική καταγγελία λύση της σημειωθείσης σύμβασης, η επιδίκαση μέρους της οποίας (αξίωσης) αποτέλεσε, όπως έχει εκτεθεί, αντικείμενο της ερευνώμενης κύριας βάσης της υπό κρίση «αγωγής». Περαιτέρω δε από τα εκτιμώμενα κατά τον τρόπον που προσδιορίστηκε ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν (επίσης κατά την άποψη που επικράτησε στο διαιτητικό αυτό δικαστήριο) και τα ακόλουθα, ως προς το λοιπό πραγματικό μέρος της καθιδρυτικής της ένδικης αξίωσης διάταξης του άρθρου 9 § 1 του π. δ. 219/1991: Η ενάγουσα από το μη αμφισβητούμενο χρόνο ίδρυσής της (16-6-1994) είχε ως αντικείμενο της εμπορικής της δράσης τα τύπου «» αυτοκίνητα και ανταλλακτικά τους. Τούτο δε γιατί μέλη της «ενάγουσας» και συγκεκριμένα οι αδελφοί Διονύσιος και Γεώργιος Γαζετά είχαν προγενέστερη εμπορική δραστηριότητα σχετιζόμενη με τα ανωτέρω εμπορεύματα. Η κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης δράση της «εναγούσης» είχε ενόψει της εκτεθείσης εμπειρίας των ανωτέρω μελών της αλλά και της φήμης των ενδιαφερόντων στην προκειμένη περίπτωση αυτοκινήτων με το σήμα «» και «αξεσσουάρ» τους ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πελατείας, που προσήγγισε κατά την από την εναγόμενη καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης τους 20.000 πελάτες και οι οποίοι λόγω της, όπως έχει εκτεθεί, ένταξης της «εναγούσης» στην εμπορική οργάνωση της «εναγομένης» αποτέλεσαν και πελάτες αυτής. Με σαφήνεια για την κατά τη λειτουργία της παραπάνω σύμβασης επιχειρηματική δράση της «ενάγουσας» και τα αποτελέσματα της δράσης αυτής κατάθεσε ο μάρτυρας Παναγιώτης Δημητρίου Κόλλας, που είναι αξιόπιστος, γιατί ως
εργαζόμενος στην «ενάγουσα» έχει άμεση αντίληψη της
*\
επιχειρηματικής δράσης της κατά τον ανωτέρω χρόνο και των αποτελεσμάτων της δράσης αυτής, αφού άλλωστε, όπως απεδείχθη έχει βραβευθεί από την «εναγομένη» δύο φορές ως πανελλαδικά πρώτος πωλητής. Ειδικότερα ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε και ότι «οι αδελφοί Γαζετά» (μέλη, δηλαδή της «ενάγουσας») έφεραν νέους πελάτες και προήγαγαν την φήμη της ................................................, δηλαδή της «εναγομένης», γιατί από ό,τι ξέρω από το 1968 είχαν σχέση με την ΕΛΛΑΣ με το συνεργείο αυτοκινήτων. Το πελατολόγιό τους, η φήμη τους από τους αγώνες ταχύτητας έφεραν κόσμο στην ΕΛΛΑΣ. Οι πελάτες προσελκύστηκαν πρώτα από τους αδελφούς Γαζετά, γιατί οι σχέσεις τους με τους πελάτες είναι πολύ καλές με την πειθώ τους και με την άψογη εξυπηρέτησή τους στο σέρβις κρατούσαν τους πελάτες στην ΕΛΛΑΣ.... Η θέση της ................... Λ. Ε. στις εταιρίες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις και στο ΟΕΑΙΕΠ ήταν πανελλαδικά και στο νομό Αττικής, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα στον τύπο και τα οικονομικά στοιχεία στην πρώτη πεντάδα και στην πρώτη δεκάδα, αντίστοιχα». Περαιτέρω από τις ένορκες βεβαιώσεις των Χρήστου Σπυρίδωνος Αργυρίου και Ευτυχίας Δαμιανού Αγγέλκο, που και αυτοί είναι αξιόπιστοι, γιατί ως εργαζόμενοι στην «ενάγουσα» έχουν άμεση αντίληψη της δράσης της, απεδείχθη όχι μόνο ότι η δράση αυτή ήταν επιτυχής αλλά και ότι κατά την καταγγελία της παραπάνω σύμβασης το πελατολόγιο της «ενάγουσας» ως προς τα ανωτέρω εμπορεύματα αριθμούσε περί τους 20.000 πελάτες. Αυτοί ήταν για την «εναγόμενη» νέοι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 9 § 1 του π. δ. 219/1991 πελάτες, αφού (α) αυτή δεν διέθετε άμεσα τα εμπορεύματά της σε τρίτους και μάλιστα στην περιοχή του καταστήματος της «ενάγουσας», (β) κατέστησαν πελάτες λόγω της δράσης των ανωτέρω μελών της «ενάγουσας» και της εμπειρίας τους ως προς τα εμπορεύματα που σημειώθηκαν της εναγομένης και (γ) δεν αποδείχθηκε ότι οι πελάτες αυτοί είχαν αγοράσει εμπορεύματα
'
ί"
της «εναγόμενης» από άλλον ή άλλους αποκλειστικούς διανομείς. Εξάλλου η «εναγόμενη», ενόψει του είδους των εμπορευμάτων της, που αφορά η αγωγή (αυτοκίνητα και «αξεσσουάρ» τους) αποδείχθηκε κατά την ίδια άποψη, ότι διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από τη δημιουργηθείσα από την «ενάγουσα» ανωτέρω πελατεία, αφού και μετά τη λύση της σημειωθείσης σύμβασης αυτοί που αγόρασαν από την «ενάγουσα» κατά τη λειτουργία της σύμβασης αυτοκίνητα και «αξεσσουάρ» τους θα προβούν, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις συναλλαγές με τα ανωτέρω αυτοκίνητα και αξεσσουάρ τους, σε αντικατάστασή τους με άλλα τις ίδιας προέλευσης. Περαιτέρω σύμφωνα με την ίδια άποψη αποδείχθηκε ότι κατά την επικαλούμενη με την αγωγή πενταετία από το έτος 2000 μέχρι και το έτος 2004 η «ενάγουσα» αγόρασε από την «εναγόμενη» τα προσδιοριζόμενα σε αυτή αυτοκίνητα με το σήμα «». Συνολικά δε αυτά ανέρχονται σε 3745 αυτοκίνητα
(681+803 + 1006+764+491 τα κατά καθένα από τα έτη 2000, 2001,2002, 2003 και 2004 αντίστοιχα αυτοκίνητα, που η «εναγομένη» πώλησε στην «ενάγουσα». Η «εναγομένη» με σαφήνεια ομολογεί τις απ' αυτή πωλήσεις των αυτοκινήτων αυτών στην «ενάγουσα», αφού όπως η ίδια («εναγόμενη») εκθέτει στις προτάσεις της τα σημειούμενα στην υπό κρίση αγωγή τιμολόγια «αποτελούν όλα τιμολόγια χονδρικής πώλησης της εταιρίας μας προς την αντίδικο», και «αφορούν» αυτά «τις δικές μας πωλήσεις προς την αντίδικο», δηλαδή την «ενάγουσα». Η πώληση των αυτοκινήτων αυτών από την «ενάγουσα» στους προσδιοριζόμενους στην αγωγή τρίτους απέφερε σε αυτήν κέρδη που, ενόψει του ότι η αμφισβήτηση της «εναγομένης» ως προς το επικαλούμενο από την «ενάγουσα» κέρδος της κατά καθεμιά μεταπώληση απ' αυτή αυτοκινήτων περιορίζεται στον από την «ενάγουσα» μη λογιστικό υπολογισμό του κέρδους αυτού με αποτέλεσμα να μην είναι ειδική της μη,, κατά τη μεταπώληση
ί
'από την «ενάγουσα» πραγματικής επίτευξης του επικαλούμενου με την αγωγή κέρδους αυτού, ανέρχονται στο ποσό των 2761435,24 ευρώ. Αυτό αποτελεί το τελικά
επικαλούμενο με την υπό κρίση «αγωγή» και μη αμφισβητούμενο ως προς το μαθηματικό υπολογισμό άθροισμα των κερδών, που η «ενάγουσα» πέτυχε κατά καθεμιά μεταπώληση απ' αυτή των ανωτέρω αυτοκινήτων. Τα κέρδη αυτά της «ενάγουσας» αποδείχθηκε ότι έχουν προσαυξηθεί από «ΒΟΝυδ», που για την μεταπώληση των αυτοκινήτων αυτών έχει παράσχει η «εναγομένη» στην «ενάγουσα» και το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 413061,72 ευρώ. Αυτό αποτελεί μέρος του από 830.223,86 ευρώ ποσού, που η «ενάγουσα» επικαλέστηκε με την αγωγή της, και ως προς το οποίο η ειδική αμφισβήτηση της εναγόμενης περιορίσθηκε στο από 417.162,14 υπόλοιπό του (830.223,86 - 413.061,72 = 417.162,14) ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα κατά το παραπάνω πενταετές χρονικό διάστημα κέρδη της «ενάγουσας» από τη μεταπώληση «αξεσσουάρ» αυτοκινήτων «» ανέρχονται στο ποσό των 24.543 ευρώ, που η «ενάγουσα» προσδιόρισε ύστερα από περιορισμό του αιτήματος της υπό κρίση αγωγής της και το οποίο η «εναγόμενη» δεν έχει μετά τον προσδιορισμό του ποσού αυτού αμφισβητήσει ειδικά. Το άθροισμα των αποδεικνυομένων και κατ' εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 261 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. ανωτέρω κερδών της «ενάγουσας» ανέρχεται στο ποσό των 3.199.039,96 (2.761.435,24 +413.061,72 + 24.543) ευρώ. Αυτό ως ύψος κερδών πενταετίας συμπορεύεται με την, όπως έχει εκτεθεί, διακεκριμένη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης θέση της «ενάγουσας» σε σχέση με τους λοιπούς διανομείς αυτοκινήτων με το σήμα «» και «αξεσσουάρ» τους. Συνακόλουθα με τα ανωτέρω ο κατ' άρθρο 9 παρ. 1 περ. β' του ανάλογα εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση π.δ. 219/1991 μέσος ετήσιος όρος των ληπτέων

υπόψη στην προκειμένη περίπτωση κερδών της ενάγοψσας από τις εκτεθείσες αιτίες κατά τα τελευταία πέντε έτη της λειτουργίας της παραπάνω σύμβασης ανέρχεται στο ποσό των 639.807,99 ευρώ (3.199.039,96:5). Όμως ενόψει (α) του ότκ στην προκειμένη περίπτωση η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής αφορούσε αυτοκίνητα και ανταλλακτικά με το σήμα «», που λόγω της υψηλής φήμης τους στη σχετική αγορά πρόδηλα κατέστησε ευχερέστερη την εξεύρεση από την «ενάγουσα» πελατείας ως προς τα ληπτέα υπόψη στην προκειμένη περίπτωση μεταπωλούμενα απ' αυτή αυτοκίνητα «» και «αξεσσουάρ» των αυτοκινήτων αυτών, (β) της ανυπαρξίας στην ανωτέρω σύμβαση ρήτρας μη ανταγωνισμού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 10 π.δ. 219/1991, (γ) της και μετά τη λύση της σύμβασης εξακολούθησης από την «ενάγουσα» της μεταπώλησης (μειωμένων όμως σε αριθμό) αυτοκινήτων και με πρόδηλα μειωμένα κέρδη, αφού τα αγοράζει όχι από την εναγόμενη αλλά από άλλους υποδιανομείς, (δ) της αντίθετα με όσα η «εναγόμενη» διατείνεται μη καταλυτικής (εξ ολοκλήρου ή μερικά) επίδρασης της συμβατικής προθεσμίας καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης στην κατ' άρθρο 9 του π.δ. 219/1991, αποζημίωση πελατείας και (ε) της με την προθεσμία αυτή παροχής στην «ενάγουσα» ευχέρειας προσαρμογής της στις νέες μετά τη λύση της σύμβασης συνθήκες η επιδικαστέα κατ' άρθρο 9 § 1 του π. δ. 219/1991 στην «ενάγουσα» δίκαιη (δηλαδή εύλογη), αποζημίωση (βλ. Θ. Λιακόπουλου, ό.π., σελ. 119) ανέρχεται σε μέρος του ανωτέρω ποσού και ειδικότερα σε αυτό των 500.000 ευρώ. Επομένως πρέπει, κατά την άποψη που επικράτησε στο διαιτητικό αυτό δικαστήριο, να γίνει η υπό κρίση «αγωγή» μερικά δεκτή ως προς την κύρια βάση της και να υποχρεωθεί η «εναγομένη» να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτή («εναγομένη») τ;ης υπό κρίση αγωγής. Όμως, κατά τη

γνώμη του μέλους του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου Αποστόλου Σ. Γεωργιάδη, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί και κατά το μέρος της κύριας βάσης της που ερευνήθηκε, ως σε σχέση με αυτό αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τούτο δε διότι από την κατά τον τρόπο που προσδιορίστηκε εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων η «ενάγουσα», παρότι φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε επαρκώς τη συνδρομή εν προκειμένω των τριών ισοδυνάμων προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 9 § 1 εδ. α του π. δ. 219/1991, οι οποίες, κατ' αυτή, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για την εφαρμογή της, ήτοι (α) της εισφοράς εκ μέρους της νέων πελατών ή της προαγωγής σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες κατά τη διάρκεια της σύμβασης, (β) της διατήρησης ουσιαστικών ωφελειών από την «εναγόμενη», οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης, και γ) ότι η καταβολή της αποζημίωσης θα είναι «δίκαιη», λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα των κερδών που χάνει ο διανομέας και τα οποία προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τέλος σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 882 §§ 2,3, 5 και 178 § 1 Κ. Πολ. Δ. πρέπει 1) να γίνει ο τελικός καθορισμός τόσο της αμοιβής των διαιτητών στα ποσά που προσδιορίσθηκαν με το υπ' αριθ. 1/30 Οκτωβρίου 2006 πρακτικό συνεδρίασης του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου, δηλαδή του επιδιαιτητή σε 30.033 ευρώ και καθενός από τους διαιτητές σε 10.011 ευρώ όσο και των εξόδων της διαιτησίας, που, ενόψει του ότι περιλαμβάνουν και την από 4505 ευρώ αμοιβή της γραμματέως του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου, ανέρχονται στο ποσό των 30.000 ευρώ και 2) να ορισθεί ότι η μερικά ηττηθείσα «εναγομένη» επιβαρύνεται με την καταβολή στην «ενάγουσα» του προσδιοριζόμενου στο διατακτικό μέρους των αμοιβών, που η «ενάγουσα» έχει προκαταβάλει, και εξόδων της δίκης αυτής.
/ό /2008 σελ. 24 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ι
Δικάζον κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. ι
Δέχεται μερικά την από 25 Μαρτίου 2006 αγωγή ως ρος την κύρια βάση της και την απορρίπτει ως προς την επικουρική Υποχρεώνει την «εναγόμενη» ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία « ................................................» να
καταβάλει στην «ενάγουσα» ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «................................................» το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτήν («εναγόμενη») της ανωτέρω αγωγής
Ορίζει α) τελικά τις αμοιβές των μελών του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου ως προς μεν τον επιδιαιτητή στο ποσό των τριάντα χιλιάδων τριάντα τριών (30033) ευρώ ως προς δε καθένα από τους διαιτητές σε αυτό των δέκα χιλιάδων έντεκα, (10011) ευρώ και (β) τα έξοδα της διαιτησίας, στα οποία περιλαμβάνονται και η από τέσσερες χιλιάδες πεντακόσιες πέντε (4505) αμοιβή της γραμματέως του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου, στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και επιβαρύνει την «εναγόμενη» με την καταβολή στην ενάγουσα (α) είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000) από την αμοιβή του επιδιαιτητή (β) επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ από την αμοιβή καθενός από τους διαιτητές και (γ) είκοσι μιας χιλιάδων (21.000) ευρώ από τα έξοδα της διαιτησίας.
Παραγγέλλει στη Γραμματέα του Διαιτητικού αυτού Δικαστηρίου να παραδώσει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στους διαδίκους, το πρωτότυπο της οποίας θα κατατεθεί κατ' άρθρο 893 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τον Επιδιαιτητή.

/2008 σελ. 25
Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε στην Αθήνα σήμερα 10 Απριλίου 2008 και υπογράφεται ως ακολούθως:.
« >Λ,
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ